ἔμβαμμα

ἔμβαμμα, ατος, τό,
A sauce, soup, X.Cyr.1.3.4, Theopomp.Com.8, Ath.Med. ap. Orib.inc.23.4, Aret.CD1.3, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμβαμμα — ἔμβαμμα, το (AM) σάλτσα με ζουμί από κρέας και καρυκεύματα μσν. φρ. «οἴνου ἔμβαμμα» κρασάτη σάλτσα …   Dictionary of Greek

  • ἔμβαμμα — sauce neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβαμμάτων — ἔμβαμμα sauce neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάμμασιν — ἔμβαμμα sauce neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάμματα — ἔμβαμμα sauce neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάμματι — ἔμβαμμα sauce neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβάμματος — ἔμβαμμα sauce neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επέμβαμμα — ἐπέμβαμμα, το (Μ) έμβαμμα, σάλτσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + έμβαμμα (< εμβάπτω)] …   Dictionary of Greek

  • HEDYSMA — apud Plin. l. 13. c. 1. Ratio faciendi (unguenta) duplex: sucus et corpus. Ille olei generibus fere constat, hoc odorum. Haec stymmata vocant, illa hedysmata: ex Graeco ἥδυσμα. Cornario est omne id, quo spislatum oleum suavi odore imbuebatur et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • τιάλλακτον — και σε κώδ. τηάλλακτον, τὸ Α (κατά τον Ησύχ.) «Σέλευκος, παρὰ Ἐπαινέτῳ, ἔμβαμμά τι» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.